Καμιά
φορά μπερδεύομαι και δεν ξέρω πού είμαι, πού κοιμάμαι.
Δεν
ξέρω αν είμαι κάτω από την αραχνοΰφαντη κουνουπιέρα, με ορθάνοιχτα παράθυρα με σίτες μισοφαγωμένες γύρω μου, ή αν είμαι
μέσα σε τέσσερις τοίχους με ένα μικρό κλειδαμπαρωμένο παράθυρο και πόρτα από
μασίφ ξύλο, αδιαπέραστη.
Δεν
ξέρω αν ο Μάνος δίπλα μου είναι γυμνός και ιδρωμένος από την τροπική ζέστη, ή
αν είναι κι αυτός όπως κι εγώ καλυμμένος κάτω από κουβέρτες στο μαλακό στρώμα
μας.
Μπερδεύομαι
και νομίζω πως ακούω τροπικά πουλιά να τραγουδάνε τα νυχτερινά τους τραγούδια,
το ωραίο αυτό νανούρισμά τους. Αλλά μετά δεν είμαι και σίγουρη, γιατί ύστερα
περνάει κι ένα μηχανάκι, με δύο θυμωμένους έφηβους που η ζωή τούς έχει αδικήσει
τόσο πολύ που θέλουν εκδίκηση από τούτο το μπαμπέση ντουνιά κι ακόμα κι από μένα που θέλω
απλά να κοιμηθώ ήσυχα.
Εγώ,
μα την πίστη μου, δεν έχω γυρίσει.
Καμιά
φορά μπερδεύομαι και δεν ξέρω πού είμαι, πού κοιμάμαι, πού περπατάω. Δεν ξέρω
αν κάτω από το δέρμα της πατούσας μου νιώθω τη ζεστή κάλτσα που μου αγοράζει
συνήθως η μαμά μου με χωμένο το πόδι μου μες στο παπούτσι ή αν φοράω τις
απλές μου σαγιονάρες που έχουνε περπατήσει τόσες παραλίες και χωμάτινους
δρόμους, που ακόμα δε στρώθηκαν με άσφαλτο.
Εκεί
που περπατάω, μπερδεύομαι...Νομίζω ότι βλέπω φοίνικες κι ότι μυρίζω χυμούς από
μάνγκο και γάλα. Αλλά μετά πάλι δεν ξέρω, γιατί ακούω μια κόρνα να με σώζει από
ένα ατύχημα στην άσφαλτο.
Εγώ,
να σας πω την αλήθεια, δεν ξέρω πού είμαι.
Ανοίγω
το παράθυρο το πρωί και βλέπω το βραδύποδα απέναντι να ψάχνει τη μαμά του αργά αργά
πάνω στο τεράστιο δέντρο. Και μόλις κουνήσω λίγο το κεφάλι μου βλέπω το ντουβάρι,
με τα κλειστά παντζούρια.
Πάω
στην κουζίνα να πιω ένα τσάι και βλέπω πολλά μυρμίγκια που μασουλάνε τα
ψιχούλα από την πίτα που έφτιαξε ο Μάνος χθες βράδυ. Μα τα ψίχουλα δεν
εξαφανίζονται ποτέ αν δεν τα μαζέψω. Μυρμήγκια σε δίαιτα ίσως;
Στο
μπάνιο πάντα κοιτάζω προνοητικά μήπως μου την έχει πάλι στημένη καμιά αράχνη
διαστάσεων νταλίκας. Δεν ξέρεις ποτέ, μπορεί τα αβγά της προηγούμενης που “διώξαμε”
να μην έπαθαν τίποτα και τώρα να μας επισκέπτονται οι υγιέστατοι απόγονοι της
συγχωρεμένης. Έχει περάσει πάρα πολύς καιρός πάντως. Δε νομίζω να ζει κανένας τους.
Εγώ,
σας μιλάω ειλικρινά, δεν ξέρω πού είμαι.
Δεν
ξέρω τι να φορέσω το πρωί για να πάω δουλειά. Πώς γίνεται και πάντα
μπερδεύομαι; Πώς γίνεται και πότε δεν ξέρω τι καιρό έχει και φοράω πάντα
κοντομάνικα και καλοκαιρινά φορέματα πριν βγω στο δρόμο; Και τότε με παίρνει η
πρώτη ριπή παγωμένου αέρα και με στέλνει πάλι στην ντουλάπα να ντυθώ πιο ζεστά.
Ίσως
να φταίει ο βραδύποδας…η κουνουπιέρα ή τα ανοιχτά παράθυρα…ο Μάνος που κοιμάται
γυμνός τα βράδια δίπλα μου και ιδρώνει τις καυτές τροπικές νύχτες.
Πάντως
να ξέρετε, δεν ξέρω πού είμαι...
Δεν
ξέρω καν αν έχω γυρίσει...