Thursday, 19 November 2015

...

Πάλι στο Νότο ξεβράστηκα 

και έμεινα να αναρωτιέμαι

πώς γίνεται να 'ναι πιο κρύος από το Βορρά;

τα σπίτια με χάρτινους τους τοίχους τους

να κρυφακούς τον γείτονα σου

και αυτός ο Νότος δεν με χωρά·

είναι που ξεχνώ τα βράδια πως υπάρχω και ανοίγω το πορτοφόλι μου

να δω την ταυτότητα

Τόπος γέννησης, Ημερομηνία γέννησης, το Γένος.

Και έτσι με βρίσκω σε Βορρά και σε Νότο.

 

Wednesday, 18 November 2015

Κούβαν-ερ

Άνοιξε η πόρτα. Του αεροπλάνου. Περίμενα λίγο. Υπομονετικά. Με διακρίνει η υπομονή εμένα, βέβαια. Μα και πώς όχι δηλαδή; Είχα υπομείνει πτήση 7 ωρών και θα μας βάλει κάτω το πεντάλεπτο; Ε όχι. Δεν είμαι εγώ σαν τους άλλους ανυπόφορους γκρινιάρηδες που σε σπρώχνουν στη σειρά νούμερο 35 μόλις ακούσουν ότι κάτι μπορεί και να κινήθηκε στη σειρά νούμερο 1. Σαν το διπλανό μου, που μου’ρθε να του τραβήξω τρελή αγκωνιά να λυτρωθώ από την παρουσία του. Κι ο κόσμος όλος. Βασικά σκεφτόμουν πως αν είχα μαντικές ικανότητες (όπως τόσοι άλλοι άλλωστε) θα τον είχα καταλάβει από την απογείωση και θα τον είχα ήδη κατακεφαλιάσει, να μάθει αυτός να μας πρήζει μια τέτοια μοναδική ώρα. Πόσες φορές να αξιωθώ η γυναίκα να ταξιδέψω στην Κούβα ξανά; Άσε με να το ζήσω χωρίς παράσιτα, κύριος. Τέλος πάντων. Τ'αφήνω.

Και το άλλο δεν το κατάλαβα αμέσως όμως. Δεν ήμουν και πολύ προετοιμασμένη. Είχα μεν διαβάσει ταξιδιωτικούς οδηγούς, είχα δει ντοκιμαντέρ, είχα κάνει την έρευνα μου ως άλλη εναλλακτική τουρίστρια. Αυτό όμως πώς μου διέφυγε; Άγνωστον. Πάντως είναι γεγονός πως αγνοούσα παντελώς το πώς μπορεί να είναι η αίσθηση του αέρα στην Αβάνα.  Ζεστός ναι. Αυτό το περίμενα.  Αλλά πλησιάζοντας προς την πόρτα, με τον ενοχλητικό πισινό μου να με σπρώχνει σε κάθε ευκαιρία με αυτό το τυχαίο δήθεν σκούντηγμα στο πόδι ή το χέρι, και ενώ προσπαθούσα να διατηρήσω την αυτοκυριαρχία μου για να μην τον διαολοστείλω, άρχισα να εισέρχομαι σε μια άλλη διάσταση, σε έναν άλλο κόσμο. Ήδη από πριν βγω από το αεροπλάνο, η Κούβα με καλωσόριζε με το πιο αδίσταχτο πρόσωπό της.

Το λέω με κάθε βεβαιότητα πλέον. Ο κουβανικός αέρας μπορεί να σε πνίξει! Είναι σαν να μπαίνεις σε ένα άλλο μέσο. Δεν είναι αέρας αυτό το «υλικό». Είναι μια πηχτή μάζα, ζεστή και υγρή. Ξέρω, ακούγεται αηδία. Είναι αηδία. Για να το αποδεχτώ και να καταφέρω να εισπνέω σαν άνθρωπος όσες μέρες έμεινα εκεί, επαναλάμβανα στον εαυτό μου πως είναι κι αυτό ένα από τα παράδοξα αυτής της χώρας. Μόνο έτσι. Αυτή η παραδεισένια εικόνα της Καραϊβικής που ήταν με τόση προσδοκία ζωγραφισμένη στο μυαλό μου μήνες πριν το ταξίδι, κόντευε να πνιγεί σε μια λασπερή ατμόσφαιρα που απειλούσε να καταπιεί κι εμένα. Και δεν είχα καν βγει από το αεροπλάνο.

Μέχρι να φτάσω στο δωμάτιο που θα έμενα, με άλλα λόγια στο air condition που θα με έσωζε από βέβαιη καρδιακή προσβολή και κρίμα το κορίτσι σε τόσο μικρή ηλικία, ένιωθα ασφυξία. Για να βγω να πάρω ταξί έξω από το αεροδρόμιο λες και έκανα χώρο με τα χέρια μου για να περάσω αυτή τη μάζα και να προχωρήσω. Φανταστείτε σαν να κολυμπάτε πρόσθιο κάθετοι, περπατώντας. Αυτό. Ο ιδρώτας μου (εξαιτίας των 30 βαθμών κελσίου) είχε φυσικά προστεθεί στο χάος που με περιτριγύριζε και όλη αυτή η αίσθηση με είχε ζαλίσει. ‘Εκτος κι αν είστε ασθματικοί, φυματικοί, με πνευμονία ή αν έχετε κι εσείς πάει στην Αβάνα, δεν είναι εύκολο να φανταστείτε πόσο δυσάρεστο είναι αυτό το απλό, το να μην μπορείς να πάρεις ανάσα.


Αλλά όπως όλα στη ζωή μου, έτσι κ αυτό το περιστατικό κείται ανάμεσα στα δύο άκρα της διττής του φύσης. Τη δυσάρεστη, γκρινιάρικη, μίζερη από τη μία και την υπέροχα ευτυχή, χαρούμενη και τραγουδιάρα από την άλλη. Και νομίζω μόνο αν έχετε αναρρώσει από άσθμα, φυματίωση, πνευμονία ή αν έχετε κι εσείς πάει κάποτε στην Κούβα μπορείτε να καταλάβετε πως ακόμα και χωρίς ανάσα (προσωρινώς), τέτοια ταξίδια αξίζουν κάθε τίμημα. Ιδίως αν το τέλος της ιστορίας είναι αίσιο, με ανάκτηση ανάσας και προσαρμογή στον κουβανικό αέρα. Μαζί με ρούμι...Και πούρα...Και μουσική...Και χορό... Και σοσιαλισμό...Και... Και... Και...

Monday, 16 November 2015

...

Το κακό με την εγγύτητα είναι ότι πονάει.

Ξεχνάς τον πόνο της προηγούμενης, και το ξανακάνεις.

Είναι ένας μηχανισμός αυτή η αμνησία για να αποφεύγεις τη μοναξιά.

Το κακό με τη μοναξιά είναι το βάρος που νιώθεις στην κοιλιά σου.

Εισπνοή· κράτα την, και βούτα ξανά. 

Η θάλασσα της εγγύτητας.

Γεμάτη ζεστασιά και την ψευδαίσθηση της ελαφρότητας που αποκτά παροδικά το κορμί σου.

Η ανάσα στερεύει, τα πόδια σου γίνονται βαρίδια που σε τραβάνε στο βυθό.

Αν με χρειαστείς ξανά κάνε γεώτρηση. 

 

Sunday, 15 November 2015

Samsonite

Μαζεύτηκαν  οι φίλοι
μαζεύτηκαν εικόνες, λέξεις, παρακαλετά.

Μαζεύτηκαν χαμόγελα, ήχοι από ανοιξιάτικα μεσημέρια
μαζεύτηκαν μυρμήγκια γύρω από ψίχουλα στο νεροχύτη.

Μαζεύτηκαν τα δάχτυλα, μαζεύτηκαν τα σώματα.

Μαζεύτηκαν χαρτιά, βιβλία, φράσεις ποιήματα
φωτογραφίες,
μαζεύτηκαν μπουκέτο τα λουλούδια, κίτρινα μανουσάκια.

Μαζεύτηκαν στοίβες ρούχα και ποτήρια
μαζεύτηκαν οι μνήμες, βήματα σε πλακόστρωτους δρόμους.

Μαζεύτηκαν οι μελαγχολίες,
μαζεύτηκαν βλέμματα σε σκέψεις ελαφριές,
μαζεύτηκαν οι δρόμοι και οι οδοί.

Μαζεύτηκαν πάχνες πρωϊνές 
κρύσταλλοι στα φύλλα.

 

Saturday, 31 October 2015

...

Ο ήλιος βγήκε και τα χέρια μου εμένα ακόμα στις τσέπες του σακακιού
χωρίς αυτά δεν είμαι τίποτα
δίχως τα χέρια δεν έχω τρόπο να βρω το δρόμο μου μέσα στο πλήθος
μ' αυτά ανοίγω δρόμους, ξεριζώνω τα αγριόχορτα
βάζω πέτρες στο μονοπάτι να μου θυμίζουν από που ξεκίνησα.

Τα χέρια που με άγγιξαν όπως κανείς
τα χέρια που μου έκλεισαν τα μάτια να μην βλέπω όσα δεν αντέχω
τα χέρια που πέρασαν απαλά πάνω από την ράχη σου τις νύχτες που δεν καταλάβαινα τι έλεγες.
Τις νύχτες και τις μέρες που η γλώσσα μου ήταν δεμένη κόμπους και τα αυτιά μου ύψωναν τοίχους στις λέξεις σου.

Προσπαθώ να μεταφράσω και να χωρέσω στα ακροδάχτυλα τις φωνές των σωθικών μου
βίαια κλωτσά τον λάρυγγά μου η λέξη που δεν ξέρω και προσπαθώ με κόπο να σχηματίσω
βίαια κλωτσά τα σωθικά μου η επιθυμία να με θες
να με θες εσύ, να με θέλει αυτός από το απέναντι παράθυρο
που κοιτά τον πρόσκαιρο ήλιο της άνοιξης του Βορρά
που γρήγορα θα χαθεί και αυτός όπως όλα εδώ γύρω. 

Μονάχα η βροχή και το γκρίζο δεν χάνονται
πάντα βρίσκουν δρόμο να έρθουν ξανά και ξανά
μέρα και νύχτα, άνοιξη, καλοκαίρι, χειμώνα
είναι παρόντα πάνω από το κεφάλι μου μέσα στα μάτια μου, στα χέρια μου.

Από την πρώτη λέξη εως τώρα ψήλωσα είκοσι πόντους, δεν με χωρά πλέον το δωμάτιο
τα χέρια μου βγαίνουν από το παράθυρο και από την πόρτα
και να φανταστεις ότι δεν με λένε Αλίκη μα απλά Μαρία, τόσο απλά τόσο συνηθισμένα.

Απλά Μαρία, μία από τις χιλιάδες που τριγυρνούν στους δρόμους με ήλιο και βροχή 
μέσα στα χιόνια, μέσα στα δάση και ανάμεσα στα κτίρια τα πελώρια που γέμισαν τα όνειρα μου τις νύχτες.
Μοναχά Μαρία.

Saturday, 24 October 2015

...

Η γυναίκα με το γκρίζο δέρμα 
σε κάθε της βήμα αφήνει να πέσει και λίγο 
από την σκονισμένη επιδερμίδα της.
Στα ρούχα της
στο δρόμο
στα κρεβάτια που κοιμάται
στις άδειες θέσεις των λεωφορείων.
Αφήνει σταχτιά σκόνη από όπου και αν περάσει
αφήνει και από λίγο
ένα κομμάτι της.
Πότε από το μέσα της παλάμης της πάνω στο μάγουλό του
άλλοτε σκόνη από τα χείλη της στους γοφούς του.
Αφήνει τον εαυτό της λίγο- λίγο
εδώ και εκεί.
Κάθε φορά που γδύνεται τινάζει από το μεσοφόρι της γκρίζα σκόνη
έχει γεμίσει δυο πόντους το πάτωμα στην κάμαρα της
αφήνει από το λίγο της παντού.
Μέχρι να μην μείνει τίποτα να σκορπιστεί ολόγυρα
να σκορπιστεί και αυτή όπως η γκρίζα σκόνη από τον ώμο του
το τελευταίο πρωινό που τον αγκάλιασε.


Saturday, 17 October 2015

...

Όταν τα χέρια στέκουν άδεια, αδέξια φερμένα στο πλάι, οι ώρες κυλάνε σαν σαλιγκάρια σε μποτιλιάρισμα μετά από βροχή.

Τα χέρια ονειρεύονται το σώμα, αναζητούν να περιπλανηθούν πάνω του, μέσα του,
και το ρολόι της πλατείας δείχνει μεσάνυχτα.

Κλείνουν τότε οι αστοί τα παράθυρα κλειδώνουν τις πόρτες και βάζουν τα χέρια κάτω από τα λευκά σεντόνια, γύρω από τα μαξιλάρια.

Τότε δώδεκα ακριβώς τα χέρια κουρνιάζουν ανάμεσα στα πόδια σαν άγρια ζώα σε αιχμαλωσία.
 


Saturday, 10 October 2015

...
Άκου λοιπόν και εσύ. Κράτησε λίγο τη σκέψη σου σταθερή στο τεντωμένο σκοινί.
Κράτα την ανάσα και την ισορροπία σου και μόνο άκου.
Άδραξε τις δικές μου λέξεις τώρα,
κρέμονται οι φράσεις μου σχοινιά από το ταβάνι
πέρασε μέσα τους τα δάχτυλά σου και βάστα γερά.
Δείξε μου εμπιστοσύνη,
έμεινες καιρό μόνος σου με τον ήχο της φωνής σου να σε ξεχειλίζει
να βγαίνει με δύναμη και να χτυπά τους τοίχους,
με βιά να ξαναγυρνά, μέσα σου να χώνεται σαν φουσκωμένη θάλασσα.
Για αυτό ψάχνεις να φτιάχνεις καράβια,
δυνατά σκαριά να ταξιδεύουν στα θυμωμένα σωθικά σου.
Δώσε για λίγο τα κουπιά και άραξε στην πρύμη, να νιώσεις την αλμύρα των υγρών σου.

Eoliki

Έλα και απόψε όπως και χτες, να έρχεσαι μέρα και νύχτα,
και απόγευμα για τσάι και μπισκότα βουτύρου.
Άφησε την ομπρέλα σου έξω από την πόρτα, μη φέρεις μέσα τη βροχή
βγάλε τα λασπωμένα σου παπούτσια, το πόδι σου να βουλιάξει στο παχύ χαλί.
Να έρχεσαι με ήρεμο βήμα και όρεξη για πουτίγκα με λικέρ Eoliki κεράσι,
κρατώντας στο χέρι σου την ιστορία της ημέρας να την ακουμπήσεις στο τραπεζάκι του χωλ,
δίπλα στα κλειδιά.
Να έρχεσαι με διάθεση να χορέψεις στον ρυθμό του νερού που κοχλάζει, 
να έρχεσαι στις μύτες των ποδιών σου, μην τρίξει το πάτωμα και ξυπνήσεις την μνήμη.

Saturday, 3 October 2015

....

Να βρίσκομαι αλλού.
Παντα παρούσα αυτή η επιθυμία,
να ήμουν στο απέναντι μπαλκόνι
να κοίταζα έξω από το απέναντι παράθυρο.

Όλα δείχνουν ιδανικά όταν φαντάζομαι να τα παρατηρώ από άλλη θέση,
άλλη από αυτή που βρίσκομαι, και έτσι μετακινούμαι συνεχώς
αλλάζω καθίσματα, αλλάζω σπίτι, μπαλκόνια, χώρες, ανθρώπους
αλλάζω.

Συνεχής κίνηση, τα σωθικά μου βρίσκονται σε συνεχή κίνηση
δένονται κόμπους
πάει η καρδιά στο γόνατο
και η σπλήνα κόβει βόλτες στο μάγουλό μου.

Να κινούμαι για να βρω την θέση που μου ταιριάζει,
που θα μπορώ να υπάρξω χωρίς την επιθυμία για την επόμενη μετακίνηση.

Μέχρι τώρα τίποτα, έτσι συνεχίζω να πηγαίνω από τόπο σε τόπο με ανακατεμένα σωθικά περιπλανιέμαι 
πέρα -δώθε
πάνω -κάτω
μέσα – έξω

Σε ένα κόσμο που φαντάζει τόσο ακίνητος, σχεδόν παγωμένος.


Wednesday, 16 September 2015

Δεν έχω γυρίσει

Καμιά φορά μπερδεύομαι και δεν ξέρω πού είμαι, πού κοιμάμαι.
Δεν ξέρω αν είμαι κάτω από την αραχνοΰφαντη κουνουπιέρα, με ορθάνοιχτα παράθυρα με σίτες μισοφαγωμένες γύρω μου, ή αν είμαι μέσα σε τέσσερις τοίχους με ένα μικρό κλειδαμπαρωμένο παράθυρο και πόρτα από μασίφ ξύλο, αδιαπέραστη.
Δεν ξέρω αν ο Μάνος δίπλα μου είναι γυμνός και ιδρωμένος από την τροπική ζέστη, ή αν είναι κι αυτός όπως κι εγώ καλυμμένος κάτω από κουβέρτες στο μαλακό στρώμα μας.

Μπερδεύομαι και νομίζω πως ακούω τροπικά πουλιά να τραγουδάνε τα νυχτερινά τους τραγούδια, το ωραίο αυτό νανούρισμά τους. Αλλά μετά δεν είμαι και σίγουρη, γιατί ύστερα περνάει κι ένα μηχανάκι, με δύο θυμωμένους έφηβους που η ζωή τούς έχει αδικήσει τόσο πολύ που θέλουν εκδίκηση από τούτο το μπαμπέση ντουνιά κι ακόμα κι από μένα που θέλω απλά να κοιμηθώ ήσυχα.

Εγώ, μα την πίστη μου, δεν έχω γυρίσει.

Καμιά φορά μπερδεύομαι και δεν ξέρω πού είμαι, πού κοιμάμαι, πού περπατάω. Δεν ξέρω αν κάτω από το δέρμα της πατούσας μου νιώθω τη ζεστή κάλτσα που μου αγοράζει συνήθως η μαμά μου με χωμένο το πόδι μου μες στο παπούτσι ή αν φοράω τις απλές μου σαγιονάρες που έχουνε περπατήσει τόσες παραλίες και χωμάτινους δρόμους, που ακόμα δε στρώθηκαν με άσφαλτο.

Εκεί που περπατάω, μπερδεύομαι...Νομίζω ότι βλέπω φοίνικες κι ότι μυρίζω χυμούς από μάνγκο και γάλα. Αλλά μετά πάλι δεν ξέρω, γιατί ακούω μια κόρνα να με σώζει από ένα ατύχημα στην άσφαλτο.

Εγώ, να σας πω την αλήθεια, δεν ξέρω πού είμαι.

Ανοίγω το παράθυρο το πρωί και βλέπω το βραδύποδα απέναντι να ψάχνει τη μαμά του αργά αργά πάνω στο τεράστιο δέντρο. Και μόλις κουνήσω λίγο το κεφάλι μου βλέπω το ντουβάρι, με τα κλειστά παντζούρια.

Πάω στην κουζίνα να πιω ένα τσάι και βλέπω πολλά μυρμίγκια που μασουλάνε τα ψιχούλα από την πίτα που έφτιαξε ο Μάνος χθες βράδυ. Μα τα ψίχουλα δεν εξαφανίζονται ποτέ αν δεν τα μαζέψω. Μυρμήγκια σε δίαιτα ίσως;

Στο μπάνιο πάντα κοιτάζω προνοητικά μήπως μου την έχει πάλι στημένη καμιά αράχνη διαστάσεων νταλίκας. Δεν ξέρεις ποτέ, μπορεί τα αβγά της προηγούμενης που “διώξαμε” να μην έπαθαν τίποτα και τώρα να μας επισκέπτονται οι υγιέστατοι απόγονοι της συγχωρεμένης. Έχει περάσει πάρα πολύς καιρός πάντως. Δε νομίζω να ζει κανένας τους.

Εγώ, σας μιλάω ειλικρινά, δεν ξέρω πού είμαι.

Δεν ξέρω τι να φορέσω το πρωί για να πάω δουλειά. Πώς γίνεται και πάντα μπερδεύομαι; Πώς γίνεται και πότε δεν ξέρω τι καιρό έχει και φοράω πάντα κοντομάνικα και καλοκαιρινά φορέματα πριν βγω στο δρόμο; Και τότε με παίρνει η πρώτη ριπή παγωμένου αέρα και με στέλνει πάλι στην ντουλάπα να ντυθώ πιο ζεστά.

Ίσως να φταίει ο βραδύποδας…η κουνουπιέρα ή τα ανοιχτά παράθυρα…ο Μάνος που κοιμάται γυμνός τα βράδια δίπλα μου και ιδρώνει τις καυτές τροπικές νύχτες.

Πάντως να ξέρετε, δεν ξέρω πού είμαι...

azν εχωλά να κοιμηθώ ήσυχα.ες.
.ισκ

Δεν ξέρω καν αν έχω γυρίσει...

Sunday, 6 September 2015

Θαλασσινέ φίλε

Πες μου, είμαι φίλος σου;

Αφού δεν είμαι εκεί όταν με θες.
Αφού σε προδίδω και σε τσιμπάω και σε σπρώχνω και σε δαγκώνω.
Αφού στέκομαι τόσο μικρός δίπλα σου
και για να σε φτάσω σου τραβώ τους ώμους προς το χώμα.
Και αφού δεν είμαι η αλήθεια σου
και αφού δε φύλαξα για σένα το καλύτερο εγώ μου
γιατί με θες φίλο σου;
Αφού δεν είμαι ...

Είχες ποτέ ένα κενό μέσα σου φίλε μου;
Έχεις νιώσει ποτέ η κάθε σου εισπνοή να είναι δηλητηριώδης
και πικρή;
Έχεις κοιτάξει ποτέ τον καθρέφτη και να δεις ένα πρόσωπο
πιο όμορφο απ’τις άλλες μέρες
μα και τόσο άγνωστο;
Είχες ποτέ μια πληγή στην καρδιά
που να στάζει αίμα πάνω στο παπούτσι σου;
Ένιωσες ποτέ φίλε μου στο κεφάλι σου ένα μούδιασμα
που κατεβαίνει στη ραχοκοκαλιά σου
αλλά ποτέ δε σ’αφήνει και μόνο σε ρίχνει;

Πες μου εσύ φίλε μου,
είχαν ποτέ τα δάκρυά σου γεύση γλυκιά και άρωμα πικάντικο;
Είδες ποτέ στα δάχτυλά σου μια ρωγμή που δε φαίνεται να τελειώνει
που μακραίνει και χάνεται πίσω από τα βλέφαρά σου;
Αγκάλιασες ποτέ ένα σώμα που δε σου ανήκει μα το θες δικό σου;
Και πες μου, είχε ποτέ το φιλί λίγη αλμύρα και άμμο;

Μα τώρα ξέρω.
Είμαι ο φίλος σου.
Νιώθω το κενό μέσα σου, φίλε μου.
Την ανάσα σου δηλητηριώδη και πικρή
τη νιώθω
κι ανοίγω το παράθυρο να μπει κρυστάλλινος αέρας
να την τυλίξει.

Γιατί βλέπω το πρόσωπό σου απόμακρο και όμορφο
πιο πολύ από τις άλλες μέρες.

Γιατί το αίμα από την πληγή σου στάζει στο παπούτσι μου.

Γιατί το μούδιασμά σου σε γκρεμίζει
μα σε πιάνω εγώ, φίλε μου.

Γιατί για μένα γίναν τα δάκρυά σου γλυκά, με άρωμα πικάντικο.

Γιατί κρατώ στη χούφτα μου τις ρωγμές σου
και τις φιλώ να κλείσουν.

Γιατί το σώμα μου δε σου ανήκει
μα είναι δικό σου.

Γιατί το φιλί μου έχει αλμύρα και άμμο.

Γιατί το ταξίδι που άρχισε
για σένα κι εμένα
ό,τι και να κάνεις δεν τελειώνει εδώ.
Δεν τελειώνει πουθενά.

Γι’αυτό σου λέω, φίλε μου
Κράτα με
και θα έρθει το πρωί ένας κόκκινος ήλιος.
Θα ζεσταθούν οι καρδιές μας
Θα γεμίσουν οι αγκαλιές μας
αλμύρα και άμμο...

Friday, 28 August 2015

Ραντεβού ταβάνι

Tο έβαλα πρόγραμμα. Πώς το λένε. Το βράδυ, ραντεβού ταβάνι!
Είπα, θα κάτσω να κοιτάω το ταβάνι. Κατά τις έντεκα το βράδυ θα μείνω ξαπλωμένη και θα το κοιτάω. Να δω ρε παιδί μου αν έχει κάτι να μου πει. Μήπως έχω εγώ να του πω κάτι. Να τα πούμε, γενικώς.

Από αστείο ξεκίνησε, μη νομίζεις. Δεν μπορώ, λέει, να κάτσω ήσυχη και να μη σκέφτομαι κάτι άλλο παρά μόνο το ταβάνι. Ακούς εκεί. Κι εγώ, με ξέρεις, αν μου πεις ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι, θα το κάνω πάσει θυσία! Ε, και είπα να το δοκιμάσω. Στο κάτω κάτω, τι είναι ένα ραντεβού με το ταβάνι; Άλλα κι άλλα ραντεβού έχω πάει με κάθε ξενέρωτο, βαρετό ή φλύαρο, ψώνιο ή δεν ξέρω κι εγώ τι. Ένα ταβάνι, σκέφτηκα, είναι πολύ καλή περίπτωση. Δε μιλάει, δε λαλάει. Δηλαδή, πόσο άσχημα να είναι;

Και το’χα, λοιπόν, στο νου μου για μέρες. Το επεξεργαζόμουνα. Ήθελα να το φάω ώριμο το φρούτο, όχι να μου έρθει ξαφνικό. Όσο και να το πεις είμαι παρθένα στο σπορ. Κι επειδή ξέρω ότι κάποιος λόγος υπάρχει που δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ, ήθελα να είμαι προετοιμασμένη για το παρεάκι.

Κι από το πρωί σήμερα το είχα βάλει σκοπό. Όλα με πρόγραμμα φυσικά. Δεν έχω λέω διάβασμα κι εργασίες. Δεν έχω δουλειές. Είμαι χαλαρή. Ε να το κάνω, βολεύει! Και περνούσαν, που λες οι ώρες, και το’χα σίγουρο. Όλο και πιο έτοιμη ένιωθα. Όλο και πιο πολύ μου άρεσε η ιδέα. Μέχρι και το άλμπουμ που θα άκουγα παράλληλα είχα βρει η δικιά σου. Δεν ήθελα να γίνει έτσι ξεροσφύρι, να’χουμε και μια μουσικούλα βρε αδερφέ. Να υπάρχει κάποιος να μιλάει. Να υπάρχει κάτι εκτός από αυτό κι εμένα. Μην πέσει παγωμάρα από την πρώτη φορά.

Γυρνάω σπίτι. Μπαίνω στο δωμάτιο, ανοίγω υπολογιστή και βρίσκω το άλμπουμ. Αρχίζω να το ακούω έτοιμη να αλλάξω ρούχα και να αράξω στο κρεβάτι μου ανάσκελα, ακριβώς όπως είχα προγραμματίσει. Η ιδέα μού άρεσε όλο και πιο πολύ. Είναι όλα ιδανικά για την πρώτη μου φορά. Είμαι έτοιμη. Κι όχι μόνο αυτό...νιώθω ότι το έχω ανάγκη κι ότι θα μου αρέσει στο τέλος!
 ...
Αν ήμουνα σε ταινία, ο σκηνοθέτης θα μπορούσε πολύ αστεία να με απαθανατίζει την ώρα που με την πιο καλή μου, την πιο φρέσκια μου σπιρτάδα σηκώθηκα από την καρέκλα, πριν καν ολοκληρώσω τη σκέψη μου για το ότι μάλλον το έχω ανάγκη, χωρίς καν να βγάλω τα ρούχα μου. Με βήμα ταχύ πήρα σκούπες, σφουγκαρίστρες, κουβάδες, σφουγγαράκια, ξεσκονώπανα και άρχισα, αν έχω το θεό μου, να καθαρίζω το δωμάτιό μου ΚΑΙ το μπάνιο. Αδιόρθωτη λέω, ανίατη περίπτωση.
 ...
Το άλμπουμ έχει παίξει τουλάχιστον δύο φορές τώρα πια που έχω τελειώσει. Το δωμάτιο και το μπάνιο λάμπουν. Μυρίζει το καθαριστικό απ’έξω από το σπίτι. Τη λεκάνη τη γλείφεις άφοβα. Το παρκέ μου λάμπει. Μόνο τα τζάμια δεν έκανα. Πάλι καλά.

Κι όταν πια, θα έλεγες, ότι τώρα τουλάχιστον θα πάει στο ραντεβουδάκι...όχι κυρίες και κύριοι. Όχι. Κάθομαι εδώ και σας γράφω την εμπειρία μου. Δεν ήταν στο πρόγραμμα, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά, είναι κάτι. Δεν είναι «τίποτα».

Και ναι είναι γεγονός λοιπόν. Δεν μπορώ να κάτσω στ’αυγά μου. Δεν μπορώ να ηρεμήσω και να διαλογιστώ σαν τους γαλήνιους ανατολίτες. Δεν μπορώ ρε παιδιά...


Και ερωτώ: Είναι σοβαρό γιατρέ μου;;;