Saturday, 31 October 2015

...

Ο ήλιος βγήκε και τα χέρια μου εμένα ακόμα στις τσέπες του σακακιού
χωρίς αυτά δεν είμαι τίποτα
δίχως τα χέρια δεν έχω τρόπο να βρω το δρόμο μου μέσα στο πλήθος
μ' αυτά ανοίγω δρόμους, ξεριζώνω τα αγριόχορτα
βάζω πέτρες στο μονοπάτι να μου θυμίζουν από που ξεκίνησα.

Τα χέρια που με άγγιξαν όπως κανείς
τα χέρια που μου έκλεισαν τα μάτια να μην βλέπω όσα δεν αντέχω
τα χέρια που πέρασαν απαλά πάνω από την ράχη σου τις νύχτες που δεν καταλάβαινα τι έλεγες.
Τις νύχτες και τις μέρες που η γλώσσα μου ήταν δεμένη κόμπους και τα αυτιά μου ύψωναν τοίχους στις λέξεις σου.

Προσπαθώ να μεταφράσω και να χωρέσω στα ακροδάχτυλα τις φωνές των σωθικών μου
βίαια κλωτσά τον λάρυγγά μου η λέξη που δεν ξέρω και προσπαθώ με κόπο να σχηματίσω
βίαια κλωτσά τα σωθικά μου η επιθυμία να με θες
να με θες εσύ, να με θέλει αυτός από το απέναντι παράθυρο
που κοιτά τον πρόσκαιρο ήλιο της άνοιξης του Βορρά
που γρήγορα θα χαθεί και αυτός όπως όλα εδώ γύρω. 

Μονάχα η βροχή και το γκρίζο δεν χάνονται
πάντα βρίσκουν δρόμο να έρθουν ξανά και ξανά
μέρα και νύχτα, άνοιξη, καλοκαίρι, χειμώνα
είναι παρόντα πάνω από το κεφάλι μου μέσα στα μάτια μου, στα χέρια μου.

Από την πρώτη λέξη εως τώρα ψήλωσα είκοσι πόντους, δεν με χωρά πλέον το δωμάτιο
τα χέρια μου βγαίνουν από το παράθυρο και από την πόρτα
και να φανταστεις ότι δεν με λένε Αλίκη μα απλά Μαρία, τόσο απλά τόσο συνηθισμένα.

Απλά Μαρία, μία από τις χιλιάδες που τριγυρνούν στους δρόμους με ήλιο και βροχή 
μέσα στα χιόνια, μέσα στα δάση και ανάμεσα στα κτίρια τα πελώρια που γέμισαν τα όνειρα μου τις νύχτες.
Μοναχά Μαρία.

Saturday, 24 October 2015

...

Η γυναίκα με το γκρίζο δέρμα 
σε κάθε της βήμα αφήνει να πέσει και λίγο 
από την σκονισμένη επιδερμίδα της.
Στα ρούχα της
στο δρόμο
στα κρεβάτια που κοιμάται
στις άδειες θέσεις των λεωφορείων.
Αφήνει σταχτιά σκόνη από όπου και αν περάσει
αφήνει και από λίγο
ένα κομμάτι της.
Πότε από το μέσα της παλάμης της πάνω στο μάγουλό του
άλλοτε σκόνη από τα χείλη της στους γοφούς του.
Αφήνει τον εαυτό της λίγο- λίγο
εδώ και εκεί.
Κάθε φορά που γδύνεται τινάζει από το μεσοφόρι της γκρίζα σκόνη
έχει γεμίσει δυο πόντους το πάτωμα στην κάμαρα της
αφήνει από το λίγο της παντού.
Μέχρι να μην μείνει τίποτα να σκορπιστεί ολόγυρα
να σκορπιστεί και αυτή όπως η γκρίζα σκόνη από τον ώμο του
το τελευταίο πρωινό που τον αγκάλιασε.


Saturday, 17 October 2015

...

Όταν τα χέρια στέκουν άδεια, αδέξια φερμένα στο πλάι, οι ώρες κυλάνε σαν σαλιγκάρια σε μποτιλιάρισμα μετά από βροχή.

Τα χέρια ονειρεύονται το σώμα, αναζητούν να περιπλανηθούν πάνω του, μέσα του,
και το ρολόι της πλατείας δείχνει μεσάνυχτα.

Κλείνουν τότε οι αστοί τα παράθυρα κλειδώνουν τις πόρτες και βάζουν τα χέρια κάτω από τα λευκά σεντόνια, γύρω από τα μαξιλάρια.

Τότε δώδεκα ακριβώς τα χέρια κουρνιάζουν ανάμεσα στα πόδια σαν άγρια ζώα σε αιχμαλωσία.
 


Saturday, 10 October 2015

...
Άκου λοιπόν και εσύ. Κράτησε λίγο τη σκέψη σου σταθερή στο τεντωμένο σκοινί.
Κράτα την ανάσα και την ισορροπία σου και μόνο άκου.
Άδραξε τις δικές μου λέξεις τώρα,
κρέμονται οι φράσεις μου σχοινιά από το ταβάνι
πέρασε μέσα τους τα δάχτυλά σου και βάστα γερά.
Δείξε μου εμπιστοσύνη,
έμεινες καιρό μόνος σου με τον ήχο της φωνής σου να σε ξεχειλίζει
να βγαίνει με δύναμη και να χτυπά τους τοίχους,
με βιά να ξαναγυρνά, μέσα σου να χώνεται σαν φουσκωμένη θάλασσα.
Για αυτό ψάχνεις να φτιάχνεις καράβια,
δυνατά σκαριά να ταξιδεύουν στα θυμωμένα σωθικά σου.
Δώσε για λίγο τα κουπιά και άραξε στην πρύμη, να νιώσεις την αλμύρα των υγρών σου.

Eoliki

Έλα και απόψε όπως και χτες, να έρχεσαι μέρα και νύχτα,
και απόγευμα για τσάι και μπισκότα βουτύρου.
Άφησε την ομπρέλα σου έξω από την πόρτα, μη φέρεις μέσα τη βροχή
βγάλε τα λασπωμένα σου παπούτσια, το πόδι σου να βουλιάξει στο παχύ χαλί.
Να έρχεσαι με ήρεμο βήμα και όρεξη για πουτίγκα με λικέρ Eoliki κεράσι,
κρατώντας στο χέρι σου την ιστορία της ημέρας να την ακουμπήσεις στο τραπεζάκι του χωλ,
δίπλα στα κλειδιά.
Να έρχεσαι με διάθεση να χορέψεις στον ρυθμό του νερού που κοχλάζει, 
να έρχεσαι στις μύτες των ποδιών σου, μην τρίξει το πάτωμα και ξυπνήσεις την μνήμη.

Saturday, 3 October 2015

....

Να βρίσκομαι αλλού.
Παντα παρούσα αυτή η επιθυμία,
να ήμουν στο απέναντι μπαλκόνι
να κοίταζα έξω από το απέναντι παράθυρο.

Όλα δείχνουν ιδανικά όταν φαντάζομαι να τα παρατηρώ από άλλη θέση,
άλλη από αυτή που βρίσκομαι, και έτσι μετακινούμαι συνεχώς
αλλάζω καθίσματα, αλλάζω σπίτι, μπαλκόνια, χώρες, ανθρώπους
αλλάζω.

Συνεχής κίνηση, τα σωθικά μου βρίσκονται σε συνεχή κίνηση
δένονται κόμπους
πάει η καρδιά στο γόνατο
και η σπλήνα κόβει βόλτες στο μάγουλό μου.

Να κινούμαι για να βρω την θέση που μου ταιριάζει,
που θα μπορώ να υπάρξω χωρίς την επιθυμία για την επόμενη μετακίνηση.

Μέχρι τώρα τίποτα, έτσι συνεχίζω να πηγαίνω από τόπο σε τόπο με ανακατεμένα σωθικά περιπλανιέμαι 
πέρα -δώθε
πάνω -κάτω
μέσα – έξω

Σε ένα κόσμο που φαντάζει τόσο ακίνητος, σχεδόν παγωμένος.