Friday, 28 August 2015

Ραντεβού ταβάνι

Tο έβαλα πρόγραμμα. Πώς το λένε. Το βράδυ, ραντεβού ταβάνι!
Είπα, θα κάτσω να κοιτάω το ταβάνι. Κατά τις έντεκα το βράδυ θα μείνω ξαπλωμένη και θα το κοιτάω. Να δω ρε παιδί μου αν έχει κάτι να μου πει. Μήπως έχω εγώ να του πω κάτι. Να τα πούμε, γενικώς.

Από αστείο ξεκίνησε, μη νομίζεις. Δεν μπορώ, λέει, να κάτσω ήσυχη και να μη σκέφτομαι κάτι άλλο παρά μόνο το ταβάνι. Ακούς εκεί. Κι εγώ, με ξέρεις, αν μου πεις ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι, θα το κάνω πάσει θυσία! Ε, και είπα να το δοκιμάσω. Στο κάτω κάτω, τι είναι ένα ραντεβού με το ταβάνι; Άλλα κι άλλα ραντεβού έχω πάει με κάθε ξενέρωτο, βαρετό ή φλύαρο, ψώνιο ή δεν ξέρω κι εγώ τι. Ένα ταβάνι, σκέφτηκα, είναι πολύ καλή περίπτωση. Δε μιλάει, δε λαλάει. Δηλαδή, πόσο άσχημα να είναι;

Και το’χα, λοιπόν, στο νου μου για μέρες. Το επεξεργαζόμουνα. Ήθελα να το φάω ώριμο το φρούτο, όχι να μου έρθει ξαφνικό. Όσο και να το πεις είμαι παρθένα στο σπορ. Κι επειδή ξέρω ότι κάποιος λόγος υπάρχει που δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ, ήθελα να είμαι προετοιμασμένη για το παρεάκι.

Κι από το πρωί σήμερα το είχα βάλει σκοπό. Όλα με πρόγραμμα φυσικά. Δεν έχω λέω διάβασμα κι εργασίες. Δεν έχω δουλειές. Είμαι χαλαρή. Ε να το κάνω, βολεύει! Και περνούσαν, που λες οι ώρες, και το’χα σίγουρο. Όλο και πιο έτοιμη ένιωθα. Όλο και πιο πολύ μου άρεσε η ιδέα. Μέχρι και το άλμπουμ που θα άκουγα παράλληλα είχα βρει η δικιά σου. Δεν ήθελα να γίνει έτσι ξεροσφύρι, να’χουμε και μια μουσικούλα βρε αδερφέ. Να υπάρχει κάποιος να μιλάει. Να υπάρχει κάτι εκτός από αυτό κι εμένα. Μην πέσει παγωμάρα από την πρώτη φορά.

Γυρνάω σπίτι. Μπαίνω στο δωμάτιο, ανοίγω υπολογιστή και βρίσκω το άλμπουμ. Αρχίζω να το ακούω έτοιμη να αλλάξω ρούχα και να αράξω στο κρεβάτι μου ανάσκελα, ακριβώς όπως είχα προγραμματίσει. Η ιδέα μού άρεσε όλο και πιο πολύ. Είναι όλα ιδανικά για την πρώτη μου φορά. Είμαι έτοιμη. Κι όχι μόνο αυτό...νιώθω ότι το έχω ανάγκη κι ότι θα μου αρέσει στο τέλος!
 ...
Αν ήμουνα σε ταινία, ο σκηνοθέτης θα μπορούσε πολύ αστεία να με απαθανατίζει την ώρα που με την πιο καλή μου, την πιο φρέσκια μου σπιρτάδα σηκώθηκα από την καρέκλα, πριν καν ολοκληρώσω τη σκέψη μου για το ότι μάλλον το έχω ανάγκη, χωρίς καν να βγάλω τα ρούχα μου. Με βήμα ταχύ πήρα σκούπες, σφουγκαρίστρες, κουβάδες, σφουγγαράκια, ξεσκονώπανα και άρχισα, αν έχω το θεό μου, να καθαρίζω το δωμάτιό μου ΚΑΙ το μπάνιο. Αδιόρθωτη λέω, ανίατη περίπτωση.
 ...
Το άλμπουμ έχει παίξει τουλάχιστον δύο φορές τώρα πια που έχω τελειώσει. Το δωμάτιο και το μπάνιο λάμπουν. Μυρίζει το καθαριστικό απ’έξω από το σπίτι. Τη λεκάνη τη γλείφεις άφοβα. Το παρκέ μου λάμπει. Μόνο τα τζάμια δεν έκανα. Πάλι καλά.

Κι όταν πια, θα έλεγες, ότι τώρα τουλάχιστον θα πάει στο ραντεβουδάκι...όχι κυρίες και κύριοι. Όχι. Κάθομαι εδώ και σας γράφω την εμπειρία μου. Δεν ήταν στο πρόγραμμα, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά, είναι κάτι. Δεν είναι «τίποτα».

Και ναι είναι γεγονός λοιπόν. Δεν μπορώ να κάτσω στ’αυγά μου. Δεν μπορώ να ηρεμήσω και να διαλογιστώ σαν τους γαλήνιους ανατολίτες. Δεν μπορώ ρε παιδιά...


Και ερωτώ: Είναι σοβαρό γιατρέ μου;;;

Thursday, 13 August 2015

ΒήμαUFO

Ρε κάτι σταυροδρόμια η ζωή...Ρε κάτι διλήμματα που σε κόβουν στα δύο μέχρι να σου κάνουν τα νεύρα μικρά μικρά κομματάκια, και να στα δώσουν να τα φας ένα ένα, αργά και βασανιστικά. Ρε μια κατάσταση...Μου έχει στουμπώσει όλο το πνευματικό μου σύστημα και δεν μπορώ να επεξεργαστώ άλλα πράγματα.

...

Λοιπόν όμως, δεν είναι η πρώτη φορά. Σίγουρα όχι. Θυμάμαι κι άλλοτε να είμαι εκεί στη μέση του δρόμου (της ζωής της πλανεύτρας λέω, όχι κανενός κανονικού δρόμου), να κοιτάζω ταμπέλες με αγγλική μετάφραση, ενίοτε και γαλλική και ισπανική, αλλά κυρίως γερμανική, και να μου έρχεται να αναζητήσω UFO λύση εξ ουρανού. Δηλαδή προκειμένου να μη χρειαστεί να πάρω εγώ μια απόφαση, θα ήμουν ικανή να καλέσω εξωγήινες ενισχύσεις! Ούτε καν «θεϊκές». Λέω εξωγήινες, με την έννοια της νοήμονος ζωής άλλου πλανήτη, χειροπιαστά πράματα, όχι θρησκευτικές αηδίες.

Αλλά ποτέ δεν ήρθαν για βοήθεια οι άτιμοι. Ούτε μια φορά οι μπαγάσηδες. Μόνη ήμουνα, με άπειρες σκέψεις να χοροπηδούν στο μυαλό μου όσο προσπαθώ να διαλέξω το μονοπάτι μου. ( Άντε πάλι. Μεταφορικά μιλάω, το μονοπάτι της ζωής, το πολυσηζητημένο και πολυτραγουδισμένο). Η κάθε σκέψη μου κάνει πάρτυ. Η μια λέει το μακρύ της, η άλλη το κοντό της. Καμία συνοχή. Κοντεύω να τρελαθώ. Με μένα. Μόνη μου. Με τον εαυτό μου. Μα είναι τραγικό να σε τρελάνουν τα δικά σου αδιέξοδα στα καλά του καθουμένου, δεν είναι;

Και πάνω που κάνω αυτή ακριβώς τη σκέψη, ότι δε θέλω να τρελαθώ από το αδιέξοδο, γιατί ποιος ξέρει πόσα άλλα με περιμένουν όπου να’ναι, η λύση σκάει αστραπιαία! Την έχω, τη σκέφτομαι με τόση ευκολία που το πόδι μου γλιστράει προς την κατεύθυνση που αποφάσισα. Αβίαστα, μόλις χαλάρωσα, μου ήρθε κατακέφαλα και τράβηξα το δρόμο που ήθελα. Τώρα και κάθε φορά.

Το ένα βήμα φέρνει τ’άλλο, και τα δυο, κάποια στιγμή ελπίζω, την ευτυχία μου.
Λες και κάνα UFO;;; 


Wednesday, 12 August 2015

Γέφυρα




Γράφω για ένα τραπέζι και έναν καναπέ
Και κάτι ταινίες ακαταλαβίστικες με αστέρια πάνω
Κι έναν καφέ που τελειώνει γρήγορα και ένα δωμάτιο όπου καπνίζω μόνο εγώ
Κι ένα κρεβάτι κανονικό και ένα λιγότερο κανονικό και ανάμεσα λίγο κενό
Εκεί δίπλα που μια πλάτη δεν την φίλησα
Αυτού που για λίγο γνώρισα αλλά είναι  πάντα άγνωστος
Αλλά και πάντα ίδιος
Επειδή, στο κάτω-κάτω, αν αυτός κάνει μοναχικά αφιερώματα στους αγαπημένους του σκηνο-θέτες
Εγώ γιατί να μην κάνω σε αυτόν;


Αύγουστος 2014-15



Tuesday, 11 August 2015

Κύμα_Χ

Το κύμα με φέρνει και με πάει. Ένα ασταμάτητο πήγαινε-έλα που με ζαλίζει. Αυτό το κύμα και τόσα άλλα πριν απ’αυτό. Πάνω κάτω σαν κούνια, αλλά δε γελάω όπως μου λέγανε. Κάθε ανεβοκατέβασμά του μου αφήνει ένα μικρό βόμβο στα αφτιά. Κάτι πρωτόγνωρο και σίγουρα όχι ευχάριστο. Θέλω να σταματήσει.

Τελικά δε μ’αρέσει η θάλασσα.

Σαν να μου είχαν πει ψέματα γι’αυτήν. Η μαμά την περιέγραφε σαν ένα μαγικό, απέραντο μπλε χαλί. Μου ‘λεγε πως αν ακούσω προσεκτικά θα ακούσω θαλασσινά τραγούδια που φέρνουν χαμόγελο στα χείλη. Μα εγώ μόνο ένα βόμβο ακούω και τις τσιρίδες ενός μωρού δίπλα μου. Πού και πού μυξοκλαίω κι εγώ γιατί είμαι κουρασμένη και νηστική και γιατί...ε δεν ξέρω τι μου φταίει. Αλλά σίγουρα δε μ’αρέσει η θάλασσα. Δε με νανουρίζει όπως μου έλεγε η γιαγιά μου στο σπίτι, καθώς προσπαθούσε να με πείσει να αφήσω πίσω όλα μου τα παιχνίδια.

Μα είμαι σίγουρη, θέλω να γυρίσω σπίτι γιατί δεν είναι ωραία εδώ. Στριμωξίδι, μπόχα και φασαρία. Κι από πάνω να έχω και το κούνημα στο κύμα. Μάτι δεν μπορώ να κλείσω έτσι στα καθιστά. Πώς να με πάρει ο ύπνος, ρε γιαγιά, σε ένα καΐκι με τόσα άτομα που δε χωράει ούτε μία καρφίτσα να πέσει;

...

Φτάσαμε λέει, να εκεί, η μαμά μου δείχνει τη στεριά στα δεξιά μας. Μια ελπίδα σαν να είδα στα μάτια της που με ανέβασε στον ουρανό. Λες να μπορεί κάποιος τώρα που θα έχουμε άλλο σπίτι να μου στείλει τα παιχνίδια μου; Αχ, κάνε να αφήσει η μαμά να πάρουμε και σκύλο! Και παιχνίδια! Και μια πελώρια τραμπάλα στον κήπο! Και...

Η ονειροπόλησή μου χάθηκε μέσα στον πανικό. Μέσα στις κραυγές και το ποδοπάτημα. Μέσα στις τσαλακωμένες και ξεσκισμένες ελπίδες της μάνας μου. Μαζί με το γεροντικό σώμα της γιαγιάς που δεν έμαθε να κολυμπά ποτέ και χάθηκε κι αυτή τόσο εύκολα, σαν το όνειρό μου....που χάθηκε μαζί με το χαμόγελό μου και τη γλύκα στη ματιά του πατέρα μου. Πνίγηκαν όλα.

...

Είμαι όμως εδώ. Πατώ στεριά. Αφήνω πίσω μου τα κύματα. Και τη γιαγιά μου. Με σέρνει η μαμά μου (ή εγώ σέρνω αυτήν;) και πάμε στην άμμο, μακριά από τη θάλασσα. Κι εκεί μες στον κόσμο βλέπω και τον μπαμπά μου να έχει ένα βλέμμα που προσπαθώ να ξεχάσω και δεν μπορώ.


Κι ενώ νομίζω ότι τα χειρότερα περάσαν...η ζωή με στέλνει στην πρώτη γραμμή του άγριου πολέμου της με ένα χαστούκι. Που δεν έπεσε στο δικό μου μάγουλο, αλλά στου πατέρα μου.