Το κύμα με φέρνει και με πάει. Ένα ασταμάτητο πήγαινε-έλα
που με ζαλίζει. Αυτό το κύμα και τόσα άλλα πριν απ’αυτό. Πάνω κάτω σαν κούνια,
αλλά δε γελάω όπως μου λέγανε. Κάθε ανεβοκατέβασμά του μου αφήνει ένα μικρό
βόμβο στα αφτιά. Κάτι πρωτόγνωρο και σίγουρα όχι ευχάριστο. Θέλω να σταματήσει.
Τελικά δε μ’αρέσει η θάλασσα.
Σαν να μου είχαν πει ψέματα γι’αυτήν. Η μαμά την
περιέγραφε σαν ένα μαγικό, απέραντο μπλε χαλί. Μου ‘λεγε πως αν ακούσω
προσεκτικά θα ακούσω θαλασσινά τραγούδια που φέρνουν χαμόγελο στα χείλη. Μα εγώ
μόνο ένα βόμβο ακούω και τις τσιρίδες ενός μωρού δίπλα μου. Πού και πού
μυξοκλαίω κι εγώ γιατί είμαι κουρασμένη και νηστική και γιατί...ε δεν ξέρω τι
μου φταίει. Αλλά σίγουρα δε μ’αρέσει η θάλασσα. Δε με νανουρίζει όπως μου έλεγε
η γιαγιά μου στο σπίτι, καθώς προσπαθούσε να με πείσει να αφήσω πίσω όλα μου τα
παιχνίδια.
Μα είμαι σίγουρη, θέλω να γυρίσω σπίτι γιατί δεν είναι
ωραία εδώ. Στριμωξίδι, μπόχα και φασαρία. Κι από πάνω να έχω και το κούνημα στο
κύμα. Μάτι δεν μπορώ να κλείσω έτσι στα καθιστά. Πώς να με πάρει ο ύπνος, ρε
γιαγιά, σε ένα καΐκι με τόσα άτομα που δε χωράει ούτε μία καρφίτσα να πέσει;
...
Φτάσαμε λέει, να εκεί, η μαμά μου δείχνει τη στεριά στα
δεξιά μας. Μια ελπίδα σαν να είδα στα μάτια της που με ανέβασε στον ουρανό. Λες
να μπορεί κάποιος τώρα που θα έχουμε άλλο σπίτι να μου στείλει τα παιχνίδια
μου; Αχ, κάνε να αφήσει η μαμά να πάρουμε και σκύλο! Και παιχνίδια! Και μια
πελώρια τραμπάλα στον κήπο! Και...
Η ονειροπόλησή μου χάθηκε μέσα στον πανικό. Μέσα στις
κραυγές και το ποδοπάτημα. Μέσα στις τσαλακωμένες και ξεσκισμένες ελπίδες της
μάνας μου. Μαζί με το γεροντικό σώμα της γιαγιάς που δεν έμαθε να κολυμπά ποτέ
και χάθηκε κι αυτή τόσο εύκολα, σαν το όνειρό μου....που χάθηκε μαζί με το
χαμόγελό μου και τη γλύκα στη ματιά του πατέρα μου. Πνίγηκαν όλα.
...
Είμαι όμως εδώ. Πατώ στεριά. Αφήνω πίσω μου τα κύματα. Και
τη γιαγιά μου. Με σέρνει η μαμά μου (ή εγώ σέρνω αυτήν;) και πάμε στην άμμο,
μακριά από τη θάλασσα. Κι εκεί μες στον κόσμο βλέπω και τον μπαμπά μου να έχει
ένα βλέμμα που προσπαθώ να ξεχάσω και δεν μπορώ.
Κι ενώ νομίζω ότι τα χειρότερα περάσαν...η ζωή με
στέλνει στην πρώτη γραμμή του άγριου πολέμου της με ένα χαστούκι. Που δεν έπεσε
στο δικό μου μάγουλο, αλλά στου πατέρα μου.

No comments:
Post a Comment