...
Ο ήλιος βγήκε και τα χέρια μου εμένα ακόμα στις
τσέπες του σακακιού
χωρίς αυτά δεν είμαι τίποτα
δίχως τα χέρια δεν έχω τρόπο να βρω το δρόμο μου
μέσα στο πλήθος
μ' αυτά ανοίγω δρόμους, ξεριζώνω τα αγριόχορτα
βάζω πέτρες στο μονοπάτι να μου θυμίζουν από που
ξεκίνησα.
Τα χέρια που με άγγιξαν όπως κανείς
τα χέρια που μου έκλεισαν τα μάτια να μην βλέπω
όσα δεν αντέχω
τα χέρια που πέρασαν απαλά πάνω από την ράχη σου
τις νύχτες που δεν καταλάβαινα τι έλεγες.
Τις νύχτες και τις μέρες που η γλώσσα μου ήταν
δεμένη κόμπους και τα αυτιά μου ύψωναν τοίχους στις λέξεις σου.
Προσπαθώ να μεταφράσω και να χωρέσω στα
ακροδάχτυλα τις φωνές των σωθικών μου
βίαια κλωτσά τον λάρυγγά μου η λέξη που δεν ξέρω
και προσπαθώ με κόπο να σχηματίσω
βίαια κλωτσά τα σωθικά μου η επιθυμία να με θες
να με θες εσύ, να με θέλει αυτός από το απέναντι
παράθυρο
που κοιτά τον πρόσκαιρο ήλιο της άνοιξης του Βορρά
που γρήγορα θα χαθεί και αυτός όπως όλα εδώ γύρω.
Μονάχα η βροχή και το γκρίζο δεν χάνονται
πάντα βρίσκουν δρόμο να έρθουν ξανά και ξανά
μέρα και νύχτα, άνοιξη, καλοκαίρι, χειμώνα
είναι παρόντα πάνω από το κεφάλι μου μέσα στα
μάτια μου, στα χέρια μου.
Από την πρώτη λέξη εως τώρα ψήλωσα είκοσι πόντους,
δεν με χωρά πλέον το δωμάτιο
τα χέρια μου βγαίνουν από το παράθυρο και από την
πόρτα
και να φανταστεις ότι δεν με λένε Αλίκη μα απλά
Μαρία, τόσο απλά τόσο συνηθισμένα.
Απλά Μαρία, μία από τις χιλιάδες που τριγυρνούν
στους δρόμους με ήλιο και βροχή
μέσα στα χιόνια, μέσα στα δάση και ανάμεσα στα
κτίρια τα πελώρια που γέμισαν τα όνειρα μου τις νύχτες.
Μοναχά Μαρία.
No comments:
Post a Comment